«Οι λέξεις που κινούνται»
(1998, Ε. Π. Α. Σ. Κ. Τ.)

Αθηνά Σχινά, Ιστορικός

Στην εποχή που διανύουμε της διαπολιτισμικότητας, χάνονται τα στεγανά των παλαιότερων διαχωριστικών αναφορικά με τα είδη και τις κατηγορίες της τέχνης. Ένα έργο τέχνης προσδιορίζεται πλέον από το εύρος των εννοιών και ιδεών που περιλαμβάνει καθώς και από τις ποιότητες των αισθητικών συντεταγμένων με τις οποίες ο καλλιτέχνης ανοίγει έναν διάλογο με τον θεατή. Οι παραπομπές ενός έργου άλλωστε και οι εσωτερικοί μηχανισμοί της δομής, των επιφανειών και των σημασιών τους αναφορικά με τους τρόπους που στοιχειοθετούν τους υπαινιγμούς της εικαστικής γλώσσας, αποδίδουν στο έργο την αυτονομία και την εμβέλεια του στον χρόνο.

Η Ελένη Πολυχρονάτου έχει και παλαιότερα δώσει δείγματα της σοβαρότητας και της υπευθυνότητας με την οποία αντιμετωπίζει το θέμα. Πρόθεση της είναι να εμφανίσει τις χρυσές τομές ανάμεσα στον λόγο και στην εικόνα, στο σχεδιογράφημα και στην μορφή, στην αφαιρετική σύλληψη και στο σύμβολο, στο μοτίβο και στην μεταποίησή του, στην διαπλοκή της αφήγησης και στην ποιητική συναίρεσή της. Χρησιμοποιεί τρόπους της γλυπτικής ζωγραφίζοντας και την ίδια στιγμή ζωγραφίζει επεξεργαζόμενη τα μορφοδομικά της στοιχεία με γλυπτική αίσθηση και διαλεκτική διάθεση ανάμεσα στους όγκους και στα περιγράμματα, στο φώς που εκλύεται από το εσωτερικό της εκάστοτε φιγούρας ή στο σκοτάδι μέσα από το οποίο εξέρχεται εκείνη για να δηλώσει την παρουσία της στο «ενεργειακό» πεδίο δράσης των μορφωμάτων.

Συνήθως η δημιουργός εμπνέεται από στίχους ποιημάτων ή φραστικά αποσπάσματα που αναφέρονται στον άνθρωπο και την φύση, στον ρόλο του ατόμου που διενεργεί ανάμεσα σε νόμους ελευθερίας και αντιφάσεις ζωής, προσπαθώντας να σχηματίσει έναν χάρτη αυτογνωσίας. Τα σχέδια της, που θα μπορούσαν να γίνουν επιφάνειες γλυπτών, θυμίζουν αποσπάσματα από ξεχασμένες ή άγνωστες «ιστορίες » μιας περιπέτειας στον χρόνο και στον χώρο, ανάμεσα στην χλωρίδα των αναλλοίωτων ονείρων και των τροχιών που διανύουν οι αστεροειδείς στο στερέωμα.

Οι στίχοι απ’ τους οποίους η Ελένη Πολυχρονάτου αντλεί εναύσματα, προκειμένου να παρουσιάσει – μέσα από την ελευθερία της φαντασίας της – καταλήγουν σε μεταστοιχειώσεις της ίδιας της γραφής σε εικόνα που διαπνέεται ως διαδικασία από έναν εσωτερικό ρυθμό. Βάσει αυτού του ρυθμού, ο χώρος γίνεται φόρμα και το « αρνητικό » της ανεστραμμένης πλέον και αφαιρετικής φόρμας, που γεννιέται από τα περιθώρια των μορφών, γίνεται χώρος δυνατοτήτων εμφάνισης μιας διαδοχής εικονοσυμβόλων, που θέτουν και ταυτοχρόνως αναιρούν τις σημασίες τους στην «ύφανση» ενός αέναου πεδίου σχεδιαστικών περιπετειών.

Λαβυρινθώδης και συνοπτικές «αφηγήσεις» περιγράφουν την ζωτική κυκλοφορία μιας ρευστής κατάστασης που ενοποιεί κι αντιστρατεύεται τις αντιθέσεις, ανοίγοντας έναν διάλογο με τα μεγέθη, τις αποστάσεις και τις σημασίες εφικτού κι ανέφικτου. Η δρώσα ύλη μεταμορφώνεται σε πράξη γραφής και η πράξη γραφής σε μαρτυρία κατάθεσης μιας οσμωτικής διαδικασίας η οποία παραπέμπει στο «horror vacui» και στην αρχέγονη μνήμη του «τρόμου του κενού».

Τίποτε δεν είναι άδειο ή δεν μπορεί να υφίσταται άνευρο, στα έργα της Ελένης Πολυχρονάτου. Τα όρια ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν εξαφανίζονται, όπως εξαφανίζονται τα όρια ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, στην παρουσία και στην απουσία, στην συνειδησιακή εγρήγορση και στην λήθη, στην χειρονομία και στο αποτύπωμα.

Ύλη και φως συμπράττουν στον κόσμο πού τα έργα της δημιουργού μας αποκαλύπτουν, λες κι ένα παιδικό χέρι ιχνηλατεί πορείες της σκέψης και μονοπάτια της φαντασίας, μέσα από μια άδολη ματιά πού δεν έχει ακόμη γνωρίσει την εκλογίκευση.

Οι σχεδιομορφές της Ελένης Πολυχρονάτου ακροβατούν στο στερέωμα ανατρέποντας τις συμβάσεις. Μια διαρκής κίνηση, μεταμόρφωση και αναρρύθμιση μοτίβων προσθέτει στην αστάθεια μια αινιγματικότητα και στην ελευθερία διαπραγμάτευσης μια ποιητική πνοή. Η γλώσσα γίνεται κρίκος διασύνδεσης υπαινιγμών και προθέσεων, επιθυμιών και αμφιβολιών, εικόνων που απεγκλωβίζουν τις σημασίες τους και σημασιών που αναθεωρούνται.

Τα σχέδια, που μπορούν να λειτουργήσουν και ως προπλάσματα ιδεών γλυπτικής αλλά και ως προτάσεις έργων χώρου της Ελένης Πολυχρονάτου, δημιουργούν ένα είδος εικαστικού λειμώνα. Εκεί, που μπορούν να φυτρώσουν κάποτε και τα πιο τολμηρά όνειρα, παρόλο που εμφανίζονται άπιαστα από την φύση τους και φευγαλέα, όπως τα αποδημητικά πουλιά.